Πολιτιστική κληρονομιά-Βυζαντινές εκκλησίες -Αρχιτεκτονική

εργασία από  τις  μαθήτριες της Γ΄ τάξης  Μπλαντή Ευτυχία, Ιακωβάκη Ελένη, Μπακάλη Αριάδνη, Μπαλούτσου Σοφία, Μπαλαούρα Βαρβάρα.

Πολιτιστική κληρονομιά-Βυζαντινές εκκλησίες

ΥΛΙΚΟ ΓΙΑ ΤΟ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ «ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ – ΠΟΙΗΣΗ» Σχολ. έτος 2013-14

«Περιπέτεια στο Άγιο Όρος».

από  τη συλλογή «Διηγήματα για το τέλος της μέρας», εκδόσεις «Λογείον», 2009

του κ. Βαναργιώτη Αλέξανδρου,  (ΠΕ02), του 3ου Γυμνασίου Τρικάλων.

 

Το 3ο Γυμνάσιο Τρικάλων συμμετέχει στο Ευρωπαϊκό πρόγραμμα Comenius Regio: “Schools without borders”.

Το 3ο  Γυμνάσιο Τρικάλων συμμετέχει σε σχέδιο σύμπραξης διάρκειας 2 ετών με τίτλο “SCHOOLS WITHOUT BORDERS”, το οποίο υλοποιείται στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού προγράμματος  Comenius regio.

 Η σύμπραξη στοχεύει:

Στη βελτίωση της παρεχόμενης εκπαίδευσης στις εμπλεκόμενες περιφέρειες. Παρέχει την ευκαιρία σε Εκπαιδευτικές αρχές διαφορετικών περιφερειών της Ευρώπης σε συνεργασία με σχολεία και άλλους φορείς παροχής εκπαίδευσης να συνεργαστούν σε θέματα αμοιβαίου ενδιαφέροντος, να γίνουν ανταλλαγές εκπαιδευτικών ανάμεσα στις μονάδες αυτές με σκοπό την επιμόρφωση, την παρακολούθηση σεμιναρίων, την γνωριμία με τις διάφορες περιοχές και χώρες, την ενίσχυση της Ευρωπαϊκής διάστασης της Εκπαίδευσης και την βελτίωση της εκμάθησης ξένων γλωσσών και της διαπολιτισμικής ευαισθητοποίησης.

Ειδικότερα  η συγκεκριμένη σύμπραξη δίνει προτεραιότητα:

  • Στην καλλιέργεια της ανεκτικότητας και στον σεβασμό της διαφορετικής κουλτούρας και του διαφορετικού πολιτισμού.
  • Στην αμοιβαία κατανόηση και αλληλεγγύη ανάμεσα στα μέλη μιας
  •  εκπαιδευτικής κοινότητας.
  • Στη δημιουργία μιας θετικής στάσης ζωής σε οτιδήποτε το διαφορετικό.

Στην αντιμετώπιση φαινομένων ρατσισμού, βίας, ξενοφοβίας και κοινωνικού αποκλεισμού στο σχολείο. Continue reading

«Η εποχή των υακίνθων» της Τούλας Τίγκα, από τις μαθήτριες Νικολέττα και Ευτυχία Μπλαντή

στα πλαίσια του προγράμματος Δημιουργικής Ανάγνωσης και Γραφής σχολ. έτους 2013-14

Υπεύθυνη καθηγήτρια: Αμαλία Ηλιάδη, φιλόλογος-ιστορικός, διευθύντρια 3ου Γυμνασίου Τρικάλων

«Η εποχή των υακίνθων» της Τούλας Τίγκα, μιας διακεκριμένης τρικαλινής συγγραφέως ιδιαίτερα της εφηβικής λογοτεχνίας είναι ένα μυθιστόρημα κοινωνικού προβληματισμού, που από άποψη μορφής στηρίζεται σε δύο άξονες: από την μία στον φαντασιακό με στοιχεία ρεαλισμού βιογραφικού χαρακτήρα  και από την άλλη στην ημερολογιακού τύπου καταγραφή των γεγονότων, τα οποία εξελίσσονται σε ευθύγραμμη χρονική σειρά, χωρίς να αποφεύγονται οι εγκιβωτισμένες αφηγήσεις και οι αναδρομές στο παρελθόν. Βασικός πρωταγωνιστής του μυθιστορήματος είναι η νεαρή Ελένη, τέκνο χωρισμένων γονέων, η οποία σε πρωτοπρόσωπη κατά το μεγαλύτερο μέρος αφήγηση πλέκει το νήμα της δικής της ιστορίας, η οποία περιστρέφεται γύρω από έναν κύκλο τόσο προσφιλών προσώπων όσο και ενός ευρύτερου  περιβάλλοντος. Σε δεύτερο πλάνο τοποθετούνται οι χαρακτήρες της μητέρας της, της ετεροθαλούς αδελφής της, του πατριού της, αλλά και του κατά φύσιν πατέρα της, κυρίως ως παραπληρωματικές προσωπικότητες ανάδειξης των συναισθημάτων που κατακλύζουν την ψυχή της νεανίδος, των αγωνιών της και των στοιχείων εκείνων που θα την οδηγήσουν στην ηθικοπνευματική ωρίμανση.

Το συγκεκριμένο μυθιστόρημα, ασχολείται επισταμένως με το ζήτημα του διαζυγίου, μίας μάστιγας για την εποχή μας, η οποία, κατά τα πορίσματα ειδικών επιστημόνων της αγωγής και της ψυχολογίας, αφήνει ανεξίτηλο το στίγμα της στην καρδιά των εφηβικών-παιδικών ψυχών. Η συγγραφέας φαίνεται ότι έχει συλλάβει το μέγεθος του προβλήματος και το σπουδαιότερο έχει διεισδύσει στην ψυχολογία του παιδιού που πρόκειται να βιώσει την οδυνηρή κατάσταση της διαλύσεως της οικογενειακής θαλπωρής που συνεπάγεται ο χωρισμός της μάνας από τον πατέρα. Αντιλαμβανόμενη πλήρως τις παιδικές ευαισθησίες παρουσιάζει την μετά το διαζύγιο κατάσταση μέσα από τα μάτια ενός κοριτσιού 16 ετών που μεταβαίνει στην ενηλικίωση με τρόπο που ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις του σύγχρονού μας κόσμου. Η Ελένη μέσα στο μυθιστόρημα συμβολίζει όλα εκείνα τα παιδιά που πληγώνονται από την διάλυση της οικογενειακής εστίας. Έτσι στην αρχή στέκεται αρνητική απέναντι στο ενδεχόμενο να αποκτήσει η μητέρα της καινούργιο σύντροφο, αντιδρώντας τόσο με τα λόγια όσο και με την συμπεριφορά της (αποφεύγει να καταναλώσει γλυκά, τα οποία είναι η κατεξοχήν αδυναμία της), αργότερα όμως αρχίζει να κατανοεί την έννοια της συντροφικότητας (ο αγνός έρωτάς της προς τον Αλκιβιάδη λειτουργεί θετικά προς αυτήν την κατεύθυνση), και να συνειδητοποιεί ποιες αρχές διέπουν τον κόσμο των μεγάλων και με την κατάλληλη καθοδήγησή τους όχι μόνον να ξεπερνά τα τραύματα που επήλθαν στην ψυχή της από τη μεταβολή της θέσεώς της στο σπίτι μετά την έλευση και της Αγγελικής, αλλά και να αισθανθεί δυνατή να ανταπεξέλθει στον νέο κόσμο που θα ξανοιχτεί μπροστά της με την είσοδό της στον πανεπιστημιακό χώρο.

Το μυθιστόρημα, κατά γενική άλλωστε ομολογία, διαπνέεται από ήχους αισιόδοξους που δίνουν έμφαση στη μεγαλοσύνη της ζωής και αφήνουν χώρους για υψηλά ιδανικά τα οποία μπορούν να προαγάγουν την αλληλεγγύη και την ενότητα των ανθρώπων, κάτι που είναι απαραίτητο στην πολυπολιτισμική σημερινή μας κοινωνία που αναπαράγει στερεότυπα και αποκλείει ανθρώπους και κοινωνικές ομάδες με αδιόρατα τείχη μισαλλοδοξίας και εχθρότητας. Ευχάριστη έκπληξη είναι το γεγονός ότι η συγγραφέας δεν ποδηγετεί τις σκέψεις των βασικών πρωταγωνιστών της, αλλά τους αφήνει περιθώρια αρκετά να εκφράσουν ελεύθερα τις δικές τους θέσεις και απόψεις, έτσι ώστε να διαγραφεί το ήθος τους, οι αδυναμίες τους, οι ατέλειές τους, οι προκαταλήψεις και μικροπρέπειες τους. Διότι τα άτομα, όπως και στα υπόλοιπα έργα της Τούλας Τίγκα, είναι άνθρωποι με προτερήματα και ελαττώματα. Η προσωπική επιλογή, εξαίρεται στο μυθιστόρημα και αυτό είναι το κύριο χαρακτηριστικό του που προκαλεί τον θαυμασμό του αναγνώστη, που του δημιουργεί κίνητρο να προβληματισθεί και να απολαύσει τις ενδιάσπαρτες σε όλο το κείμενο ηθικές ιδέες. Αν και κέντρο του είναι το παιδί εκ πρώτης όψεως, το μήνυμα του έργου αγγίζει όλες τις ηλικίες, διότι θέματα όπως η συμβίωση, ο πολιτικός χαρακτήρας του γάμου, ο θεσμός του μεγαλύτερου αδελφού προστάτη της οικογένειας ως συνέχεια ή κατάλοιπο μιας ανδροκρατικής παραδοσιακής κοινωνίας, η θέση και η εικόνα μας μέσα στην κοινωνία είναι πράγματα που απασχολούσαν την ανθρωπότητα ήδη από την αρχαιότητα. Σε αυτό το πλαίσιο εξηγείται για ποιους λόγους η Ελένη δεν απεικονίζεται με το φωτοστέφανο της καλής και απόλυτα συμμορφωμένης στις κοινωνικές νόρμες κοπέλας της ηλικίας της αλλά η επαναστατικότητα και το ανυπότακτο του χαρακτήρα της την ξεχωρίζουν ανάμεσα στους συνομήλικούς της. Είναι δηλαδή ένα παιδί της ανάγκης των καιρών. Η συγγραφέας αποδίδει τα πράγματα και τα γεγονότα στην αληθινή τους διάσταση. Τα πρόσωπα της είναι αληθινά, που σημαίνει ότι ανά πάσα στιγμή μπορούν να συγκρουστούν μεταξύ τους.

Όλα αυτά μάλιστα επενδύονται κατά τη μορφή με ένα λεξιλόγιο απλό κατά την έκφραση, ουσιώδες κατά  την απόδοση των νοημάτων. Κυριαρχούν τα επίθετα ενώ στα ρήματα γίνεται συχνά εναλλαγή του αορίστου με τον παρατατικό, αλλά και δεν απουσιάζουν οι παροντικοί χρόνοι. Η γλώσσα, θα λέγαμε, είναι συγχρόνως ζωηρή, καθώς με την πλαστικότητα και την περίτεχνη αφέλειά της συντελεί αποτελεσματικά στην ταχεία εναλλαγή σκηνών, πράγμα που πρωτίστως συγκινεί τον έφηβο και κινεί το ενδιαφέρον του.

Το ύφος είναι και αυτό άμεσο, με μία φυσικότητα, χωρίς φτιασίδια. Παρότι, δε, το διακρίνει κάποια κοινοτυπία, το χιούμορ, η σεμνότητα και η αξιοπρέπεια που συνολικά αποπνέει το καθιστούν άξιο συνεργάτη στο ξετύλιγμα της δράσης του μυθιστορήματος, ενός μυθιστορήματος που δεν απαρνείται να εντρυφήσει και σε δυσάρεστα θέματα, όπως ο θάνατος της μητέρας της Αγγελικής. Και τούτο είναι στοιχείο της μαεστρίας της συγγραφέως , η οποία, δεν βλέπει τα παιδιά ως άγραφους πίνακες, αλλά ως άτομα με ανεξάρτητη βούληση που είναι σε θέση να αντέξουν ακόμη και τα βαρύτατα χτυπήματα της μοίρας. Έτσι, το μυθιστόρημα δεν αποτελεί μόνον ένα ευχάριστο ανάγνωσμα για κάθε ηλικία, αλλά συγχρόνως λειτουργεί διδακτικά για το κοινό στο οποίο ιδιαίτερα απευθύνεται.

Νικολέτα Μπλαντή & Ευτυχία Μπλαντή

 

ΕΝΤΥΠΩΣΕΙΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΠΙΣΚΕΨΗ ΣΤΟ ΤΜΗΜΑ ΤΡΟΧΑΙΑΣ ΤΡΙΚΑΛΩΝ

Το  τμήμα  τροχαίας της πόλης μας  επιλέξαμε να επισκεφτούμε  στα πλαίσια του προγράμματος ecomobility. Είναι  μια περιβαλλοντική εκστρατεία ευαισθητοποίησης των εφήβων, που τελεί υπό την αιγίδα των Υπουργείων Παιδείας & Θρησκευμάτων, Μεταφορών & Επικοινωνιών, Ανάπτυξης, του Υπουργείου Ναυτιλίας, Αιγαίου και Νησιωτικής Πολιτικής, του Επιτρόπου Περιβάλλοντος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής κ. Σταύρου Δήμα καθώς και  της Αντιπροσωπίας της Ευρωπαϊκής Επιτροπής στην Ελλάδα και  πραγματοποιεί το σχολείο μας για το σχολικό έτος 2013-14.  Στόχος του προγράμματος είναι  να μελετήσουν οι μαθητές  τα προβλήματα που προκαλούν οι συνθήκες και οι συνήθειες μετακίνησης στην πόλη μας.  Σκοπός είναι επιπλέον,   μέσα από τις εργασίες τους να  ευαισθητοποιηθούν στα προβλήματα αυτά, ώστε  να ενεργοποιηθούν κάνοντας προτάσεις για  οικολογικούς τρόπους μετακίνησης. Η βελτίωση της ποιότητας ζωής, η μείωση της ατμοσφαιρικής ρύπανσης και η ελευθερία μετακίνησης των πολιτών αποτελεί επιτακτική  ανάγκη για την αναζήτηση  κυκλοφοριακών λύσεων και για ένα νέο σχεδιασμό της πόλης σύμφωνα με τον προσανατολισμό της Ευρώπης για βιώσιμη κινητικότητα των πολιτών.

Στη βάση λοιπόν αυτών των προσανατολισμών  αναζητήσαμε προτάσεις, σκέψεις και προβληματισμούς από τους υπευθύνους του τμήματος τροχαίας  Τρικάλων.  Μας υποδέχθηκε η υποδιοικητής, αστυνόμος Β΄, κ. Κόφφα Νίκη, η οποία με το χαμόγελό της και την ευγένειά της μας έκανε αμέσως να αισθανθούμε άνετα στο γραφείο της και να ξεκινήσουμε τη συνέντευξη. Η κ. Κόφφα απάντησε πρόθυμα σε όλες τις ερωτήσεις μας  για τα προβλήματα που αντιμετωπίζει η πόλη μας στις μετακινήσεις. Αυτά εστιάζονται κυρίως τη  Δευτέρα, την ημέρα της Λαϊκής Αγοράς. Επίσης αναφέρθηκε στα παράνομα παρκαρίσματα, ιδιαίτερα στις θέσεις όπου υπάρχουν  ράμπες για άτομα με ειδικές ανάγκες, και  γενικότερα για την έλλειψη εφαρμογής των κανόνων οδικής κυκλοφορίας. Πέρα όμως απ’ αυτά τα προβλήματα αναγνώρισε και την εκτεταμένη χρήση του ποδηλάτου στην πόλη μας, ιδιαίτερα τους καλοκαιρινούς μήνες αλλά και γενικότερα λόγω της σημερινής οικονομικής κρίσης. Σημείωσε βέβαια, ότι δεν λειτουργούν στην πραγματικότητα οι υπάρχοντες ποδηλατόδρομοι και  ο καθένας κυκλοφορεί όπου βολεύεται χωρίς παρόλα αυτά να σημειώνονται ατυχήματα.   Ακόμα μας ενημέρωσε για τον  νέο περιφερειακό δρόμο που σχεδιάζεται να δοθεί  στην κυκλοφορία για την αποσυμφόρηση του κέντρου της πόλης.  Γενικότερα μας μίλησε για τη συμπεριφορά των οδηγών  και την αλλαγή νοοτροπίας που παρατηρείται τα τελευταία χρόνια με αποτέλεσμα τη μείωση των τροχαίων ατυχημάτων. Τόνισε βέβαια ότι η ευαισθητοποίηση των πολιτών στη νεαρή ηλικία και ιδιαίτερα μέσα από την εκπαίδευση είναι το κλειδί για την υιοθέτηση πιο οικολογικών συμπεριφορών και πολιτισμένων στάσεων. Μας διαβεβαίωσε ότι το τμήμα τροχαίας θα είναι πάντα αρωγός σε οποιαδήποτε  προσπάθεια σχεδιαστεί από το σχολείο μας, όπως μια βόλτα με το ποδήλατο από τους μαθητές ή μια ενημερωτική ημερίδα.

 Μετά από την εμπεριστατωμένη αυτή συνέντευξη με την κ. Κόφφα,   επισκεφτήκαμε  το γραφείο του  διοικητή του τμήματος, αστυνόμου Α΄, κ.  Καππά Αθανασίου. Η συζήτηση μαζί του   μας έκανε σοφότερες, αφού μας έδωσε χρήσιμες συμβουλές για τη συμπεριφορά μας ως αυριανούς οδηγούς.

 Η επίσκεψη έκλεισε με αναμνηστικά  δώρα και την διαβεβαίωση ότι η Τροχαία Τρικάλων θα είναι δίπλα μας για να συνδράμει στην προσπάθειά μας  για αλλαγή στάσεων και συμπεριφορών που αφορούν τη μετακίνηση στην πόλη μας.

 Οι μαθήτριες της ομάδας ecomobility

 του 3ου Γυμνασίου Τρικάλων

Χασιώτη Μαρία

Ψύχου Δέσποινα

Τσαγκαδοπούλου Ζωή.

«Ήρωες: φιλοσοφία ηρώων= φιλοσοφία Ελλήνων»

Γυμνασίου Τρικάλων

«Παπαί  Μαρδόνιε, κοίους  επ’ άνδρας  ήγαγες

μαχεσομένους  ημέας, οι  ου  περί  χρημάτων

τον  αγώνα  ποιεύνται, αλλά  περί  αρετής!»

Αφανή  και  άγνωστο ήρωα -ανάμεσα σε πολλούς άλλους- επικαλείται το απόσπασμα– με  την  εθελοθυσία  του  οποίου  η    φυλή  μας,  όχι  μόνον  έζησε  μέσα  σε  δεινές  δοκιμασίες  και  μεγίστους  κινδύνους, τους  οποίους  προκάλεσαν  σκληροί  εχθροί  και  αδυσώπητοι, αλλά  έγινε  μητέρα  του  πολιτισμού  με  τους  απαράμιλλους  ποιητές, σοφούς  και  καλλιτέχνες  της  και  δίδαξε  έτσι – πρώτη  αυτή – στους  ανθρώπους   την  αξία  των  υψηλών  εννοιών  της  Πατρίδος και  της  Ελευθερίας. Διαβάστε περισσότερα…

Αμαλία Κ. Ηλιάδη, φιλόλογος-ιστορικός, (Μεταπτυχιακό Δίπλωμα Βυζαντινής Ιστορίας απ΄ το Α.Π.Θ.), Δ/ντρια 3ου Γυμνασίου Τρικάλων

«Φασισμός-Κομμουνισμός στην Ευρώπη κατά το Μεσοπόλεμο: Η περίπτωση της Ελλάδος και άλλων ευρωπαϊκών και βαλκανικών κρατών»

μια μελέτη από την κ. Αμαλία Κ. Ηλιάδη, φιλόλογο-ιστορικό, (Μεταπτυχιακό Δίπλωμα Βυζαντινής Ιστορίας απ΄ το Α.Π.Θ.), Δ/ντρια 3ου Γυμνασίου Τρικάλων

Η ανταλλαγή αλληλοκατηγοριών και αλληλοαπορρίψεων δεν  απέτρεψαν  τη  σύσφιξη  των  σχέσεων  μεταξύ  Ιταλίας  και  Σοβιετικής  Ένωσης. Οι  επαφές  τους  ήταν  γενικά   φιλικές, και  ο  Μουσολίνι  προσέβλεπε  στο  να  πατρονάρει  τη  Ρωσία  για  να  προωθήσει  αναθεωρήσεις  στα  ευρωπαϊκά  ζητήματα, αν  και  την  ίδια  στιγμή  ανησυχούσε  μήπως  η  Κομιντέρν  γίνει  ο  επαναστατικός  ανταγωνιστής  του  φασισμού. Αν  και  η  προπαγάνδα  της  Κομιντέρν  από  πολύ  καιρό  χρησιμοποιούσε  τη  λέξη  φασισμός  προσβλητικά, η  σοβιετική  κυβέρνηση  δεν  έβλεπε  την  Ιταλία  ως  απειλή, και  το  εμπόριο  μεταξύ  των  δύο  δυνάμεων  αυξήθηκε  την  περίοδο  1930-32. Μετά  την  εμφάνιση  του  Χίτλερ, ο  Στάλιν  ήλπιζε  να  χρησιμοποιήσει  την  Ιταλία  ως  μοχλό  πίεσης  εναντίον  της  Γερμανίας.  Ένα  καινούργιο  οικονομικό  σύμφωνο  υπογράφτηκε  το  1933, κι  έπειτα  από  τέσσερις  μήνες  ακολούθησε  το  Ιταλοσοβιετικό  Σύμφωνο  Φιλίας, Ουδετερότητας  και  μη  Επίθεσης (ένα  παρόμοιο  σύμφωνο  υπογράφτηκε  τον  προηγούμενο  χρόνο  μεταξύ  Γαλλίας  και  Σοβιετικής  Ένωσης). Διαβάστε περισσότερα…

«Το μάθημα της Ιστορίας και η προβληματική του στη σύγχρονη εκπαίδευση»

από την κ. Αμαλία Κ. Ηλιάδη, φιλόλογο-ιστορικό, (Μεταπτυχιακό Δίπλωμα Βυζαντινής Ιστορίας απ΄ το Α.Π.Θ.), Δ/ντρια 3ου Γυμνασίου Τρικάλων

Ι.«Επίσημη»  ιστορία  και  πολιτική  στην  εκπαίδευση.

Κάθε  χώρα  αποδέχεται  κάποιες  ιστορικές  απόψεις  για  το  παρελθόν  της  και  τις  προβάλλει  από  τα  μέσα  μαζικής  ενημέρωσης, την  ιστορική  συγγραφή, τους  πολιτικούς  λόγους, την  πολιτιστική  έκφραση  και   την  κυρίαρχη  ιδεολογία. Το  ισχυρότερο  όμως  μέσο  επιβολής  της  «επίσημης»  ιστορίας  είναι  η  εκπαίδευση, τα  σχολικά  εγχειρίδια  ιστορίας  και  οι  εκπαιδευτικοί  που  τα  αξιοποιούν.

Αν  όμως  δεχτούμε  ότι  οι  εκπαιδευτικοί,  τις  περισσότερες  φορές,  αποδέχονται  ιδεολογικά  το  σχολικό  βιβλίο  ή  δεν  τους  επιτρέπεται  να  έχουν  άλλη  άποψη, συμπεραίνουμε  ότι  είναι  κύριος  ο  ρόλος  του  σχολικού  βιβλίου  ιστορίας  που, πέρα  από  την  απλή  γνωστοποίηση  του  παρελθόντος, προβάλλει  ιδέες, θέσεις, απόψεις. Έτσι  η  πολιτεία  προσπαθεί  να  διαμορφώσει  ιστορική  και  κοινωνική  συνείδηση  στα  νεαρά  μέλη  της  κοινωνίας.

Η  εξέλιξη  της  ιστορικής  επιστήμης  και  των μεθοδολογικών  αρχών  της  ιστορίας  τον  20ό  αιώνα  απέδειξε  ότι  η  εικόνα  του  παρελθόντος  δεν  είναι  μία  και  «αντικειμενική». Αντίθετα, όλοι  οι  ιστορικοί  πια  δέχονται  την  πολλαπλότητα  των  ιστορικών  κριτηρίων,  τόσο  στην  επιλογή  του  ιστορικού  υλικού  όσο  και  στην  ερμηνεία  του. Η  στάση  του  ιστορικού   απέναντι  στα  γεγονότα  είναι  καθοριστική  για  την  παρουσία  του  παρελθόντος  και  τα  κριτήρια  αυτής  της  στάσης  δεν  μπορεί  παρά  να  έχουν  υποκειμενισμό. Ποικίλοι  παράγοντες  επιδρούν  στην  ιστορική  σκέψη, όπως  οι  φιλοσοφικές  και  κοινωνικές  απόψεις, η  εθνότητα, το  πολιτιστικό  περιβάλλον, οι  συμπάθειες  ή  αντιπάθειες, τα  συμφέροντα, ατομικά  ή  ομαδικά  κλπ. Γενικότερα  δεν  πρέπει  να  ξεχνάμε  ότι  το  παρελθόν  το  αντικρίζει  ο  ιστορικός  μέσα  από  τις  εμπειρίες  και  τις  αντιλήψεις  του  παρόντος. Επομένως  η  άποψη  της  μιας  και  «αντικειμενικής», «επίσημης»  ιστορικής  άποψης  είναι  τουλάχιστον  αντιεπιστημονική, αν  δεν  κρύβει  άλλες  σκοπιμότητες.

Όσο  επικίνδυνη  είναι  η  απολυτοποίηση  της  ιστορικής  αλήθειας, άλλο  τόσο  επικίνδυνος   είναι  ο σχετικισμός  και  ο  σκεπτικισμός  στην  ιστορική  σκέψη. Εάν  δεχτούμε  ότι  όλες  οι  απόψεις  είναι  σχετικές, άρα  αποδεκτές, δεν  μπορούμε  να  ξεχωρίσουμε  μια  αληθή  ιστορική  κρίση  από  μια  ψευδή. Πώς  λοιπόν  μπορούμε  να  αντιληφθούμε  την  αντικειμενικότητα  στην  ιστορία  μέσα  από  αυτή  την  πολυπλοκότητα  του  υποκειμενισμού  των  ιστορικών; Όσο  κι  αν  η  άποψή  μας  για  το  παρελθόν  είναι  υποκειμενική, το  ίδιο  το  παρελθόν  υπήρξε  ως  μια  αντικειμενική  πραγματικότητα. Προς  τη  γνώση  αυτής  της  πραγματικότητας  τείνει  η  ιστορική  επιστήμη  μέσα  από  το  διάλογο  και  τις  «συγκλίνουσες»  αντιθέσεις  των  ιστορικών. Η  αντικειμενικότητα  και  η  αλήθεια  είναι  ένα  «όριο», με  τη  μαθηματική  χρήση  του  όρου, (αυτό  ισχύει  για  τη  γνώμη  στο  σύνολό  της  και  όχι  μόνο  για  την  ιστορική  επιστήμη). Σ’  αυτό  προσπαθούμε  να  φτάσουμε  μέσα  από  τη  διαλεκτική  σύνθεση  των  αντιθέσεων  και  των  διαφορετικών  απόψεων. Αυτή  είναι  η  δουλειά  των  ιστορικών  κάθε  εποχής, γι’ αυτό  και  η  «ιστορία  διαρκώς  ξαναγράφεται».

Όμως  σκόπιμο  είναι  να  τονίσουμε  ότι  η  επιστήμη  της  ιστορίας, παρόλα  τα  προβλήματα  ιδεολογίας-υποκειμενισμού  που  αντιμετωπίζει, σαφώς  διακρίνεται  από  την  παραχάραξη  του  παρελθόντος  και  την  πολιτική   προπαγάνδα  που  στόχο  δεν  έχει  την  αναζήτηση  της  αλήθειας, αλλά  την  εξυπηρέτηση  πολύ  συγκεκριμένων  σκοπιμοτήτων  και  συμφερόντων. Είναι  σημαντικό  κριτήριο  ήθους  ο  σεβασμός  στα  γεγονότα (όσο  κι  αν  ακούγεται  θετικιστικό), που  αποκλείει  τη  σκόπιμη  αποσιώπηση  ή  έξαρση  γεγονότων  και  πολύ  περισσότερο  τη  συνειδητή  παραποίησή  τους.

Παρά  τη  θεωρητική  απόρριψη  της  «επίσημης»  ιστορίας  δεν  μπορούμε  να  δεχτούμε  ότι  κάτι  τέτοιο  δε  συμβαίνει  στην  εκπαιδευτική  πράξη  κάθε  κράτους. Η  ιστορική  γνώση  είναι  απαραίτητο  εφόδιο  για  τη  νέα  γενιά  και  η  σχολική  ιστορία  κύριο  μέσο  διδασκαλίας  της. Κάθε  εκπαιδευτικό  σύστημα  έχει  πολιτικούς  στόχους  και  η  σχολική  ιστορία  εντάσσεται  στις  σκοπιμότητες  του  εκπαιδευτικού  συστήματος  κάθε  χώρας, που  είναι  ανάλογο  με  το  κοινωνικο-πολιτικό  καθεστώς  της. Επομένως  τα  σχολικά  εγχειρίδια  έχουν  συγκεκριμένους  στόχους  και  «οπτικές»  παρουσίασης  του  παρελθόντος  που  εξυπηρετούν  συγκεκριμένα  συμφέροντα, υποβάλλουν  ιδέες, κρίσεις  και  διαμορφώνουν  συνειδήσεις. Μπορούν  λοιπόν  να  προβάλλουν  εθνικιστικές  «αιχμές»  και  να  τονίζουν  τις  αντιθέσεις  με  τους  γειτονικούς  λαούς  ή  αντίθετα  να  προωθούν  ιδέες  «συνεργασίας», φιλίας  και  ειρήνης.

Δεν  είναι  παράξενο  λοιπόν  τα  σχολικά  εγχειρίδια  ιστορίας  να  αλλάζουν, όταν  αλλάζει  και  η  εξωτερική  πολιτική  μιας  χώρας. Τότε  το  παρελθόν  πρέπει  να  παρουσιαστεί  κάτω  από  άλλα  πρίσματα  για  να  εξυπηρετήσει  τους  νέους  πολιτικούς  στόχους.

Παρόλα  αυτά  όμως, ένα  σχολικό  εγχειρίδιο  οφείλει  τουλάχιστον  να  μην  είναι  ιστορική  παραχάραξη  ή αντιεπιστημονική θεώρηση. Η  συγγραφή  ενός  ιστορικού  εγχειριδίου  είναι  ανάλογη  με  την  εξέλιξη  της  ιστορικής  επιστήμης  και  μεθόδου. Απαραίτητη, λοιπόν, είναι  η  συνεργασία  των  χωρών  και  η  ανταλλαγή  απόψεων  σε  θέματα  θεωρίας  και   επιστημονικής  εξέλιξης. Μπορεί  να  υπάρχουν  διαφορετικές  απόψεις, όχι  όμως  πολλές  και  τελείως  αντιφατικές  «αλήθειες».

ΙΙ. Οι  αρχές  της  «Σύστασης  για  την  εκπαίδευση»  της  UNESCO (1974) και  τα  εγχειρίδια  ιστορίας  των  χωρών-κρατών  μελών  της.

Αντιμετωπίζοντας  τις  «εθνικιστικές»  τάσεις  στην  εκπαίδευση  και  το  πρόβλημα  της  ειρηνικής  συνύπαρξης  των  λαών, η  Γενική  Διάσκεψη  του  ΟΗΕ  για  την  εκπαίδευση, την  Επιστήμη  και  τον  Πολιτισμό  διατύπωσε  τη  «Σύσταση»  αυτή  στις  17  Οκτωβρίου  1974  με  στόχο  «να  συμβάλει  στην  κατανόηση, τη  συνεργασία  και  την  παγκόσμια  ειρήνη,  και  την  εκπαίδευση  για  τα  ανθρώπινα  δικαιώματα  και  τις  θεμελιώδεις  ελευθερίες».

Στη  συνέχεια  θα  παρουσιάσουμε  βασικές  αρχές  της  «Σύστασης»  και  παρατηρήσεις  σχετικές  με  το  αν  και  πόσο  τηρούνται  στα  σχολικά  εγχειρίδια  των  γειτονικών  λαών.

Ήδη  από  την  εισαγωγή  της  Σύστασης  η  Διάσκεψη  εντοπίζει  τα  προβλήματα  στην  εκπαίδευση  και  την  πραγματικότητα, που  δείχνει  ότι  τις  πιο  πολλές  φορές  η  απόσταση  ανάμεσα  στους  θεωρητικούς  στόχους  της  Σύστασης  και  στην  εκπαιδευτική  πράξη  είναι  πολύ  μεγάλη  και  ο  δρόμος  που  πρέπει  να  διανυθεί  για  την  υλοποίησή  τους  δύσκολος. Εξάλλου, συχνά, εντοπίζουμε  μια  σκόπιμη  ασυνέπεια  στις  θέσεις  της  επίσημης  εξωτερικής  πολιτικής  και  την  εκπαίδευσης  ενός  κράτους  και  ο  δρόμος  γίνεται  δυσκολότερος.

Η  δυσκολία  έγκειται  στο  πώς  θα  υλοποιηθούν  οι  αρχές  της  Σύστασης  από  χώρες  και  λαούς  που  έχουν  διαφορετικά  κοινωνικά  και  πολιτικά  συστήματα – ένα  τέτοιο  παράδειγμα  είναι  η  Βαλκανική – διαφορετικές  βλέψεις  και  συμφέροντα. Η  εξισορρόπηση  αυτών  των  εθνικών  αντιθέσεων  είναι  ο  στόχος  της  Σύστασης, που  προσπαθεί  να  θεμελιώσει  μέσα  από  «την  εκπαίδευση  σε  διεθνές  επίπεδο»  τη  συνεργασία  των  λαών  και  την  ειρήνη  παγκοσμίως. Στενότατη  σχέση  με  τους  στόχους  της  Σύστασης  έχει  το  μάθημα  της  ιστορίας  καθώς  και  των  θρησκευτικών, της  γεωγραφίας  και  της  κοινωνιολογίας.

Η  έρευνα  και  η  γνώση  του  παρελθόντος  ενός  λαού, αλλά  και  η  παρουσίαση  της  ιστορικής  εξέλιξης  του  ανθρώπου  συνολικά, παρουσιάζει  ιδιαίτερο  ενδιαφέρον  μέσα  από  τα  σχολικά  βιβλία  της  ιστορίας, γιατί  γίνονται  αναφορές  και  στην  ιστορία  των  γειτονικών  χωρών. Η  ιστορική  πληροφόρηση  είναι  φορτισμένη  με  συγκινησιακά  στοιχεία  και  αξιολογικές  κρίσεις  που  εκφράζουν  τους  πόθους  και  τα  οράματα  του  κάθε  λαού, συχνά  σκόπιμα  κατευθυνόμενα. Σημαντικό  ενδιαφέρον  παρουσιάζει  η  αξιοπιστία  της  ιστορικής  πληροφόρησης  των  σχολικών  βιβλίων  και   οι  απόπειρες  συγγραφής  νέων  βιβλίων  με  νέους  προσανατολισμούς.

Όμως  το  αποτέλεσμα  της  εκπαιδευτικής  πράξης  είναι  η  αξιοποίηση  του  σχολικού  βιβλίου  από  τον  εκπαιδευτικό. Το  βιβλίο  αποτελεί  αφόρμηση  για  προσωπική  παρέμβαση  του  δασκάλου (επιμορφωμένου  ή  μη)  και  εκτροπή  της  διδασκαλίας  σε  άλλους  στόχους (κριτική-σχόλια) πέρα  από  το  κείμενο  του  βιβλίου. Το  πρόβλημα  γίνεται  ακόμα  πιο  πολύπλοκο, αν  λάβουμε  υπόψη  την  «αντοχή»  της  νοοτροπίας  (και  του  εκπαιδευτικού)  σε  κάθε  απόπειρα  εξέλιξης, μεταβολής, ακόμα  και  θεσμοθετημένης  μέσα  από  το  σχολικό  εγχειρίδιο.

Το  συμπέρασμα  λοιπόν  που  βγάζουμε  είναι  ότι  οι  στόχοι  της  Σύστασης  του  ΟΗΕ  μπορούν  να  πραγματοποιηθούν  μέσα  από  δύο  προϋποθέσεις:  (α) τη  συγγραφή  εγχειριδίων  ιστορίας  που  θα  ακολουθούν  τις  αρχές  της  Σύστασης  και  (β)  την  κατάλληλη  αξιοποίησή  τους  από  το  εκπαιδευτικό  προσωπικό. Το  τελικό  αποτέλεσμα  προκύπτει  από  τη  διαλεκτική  σχέση  σχολικού  βιβλίου  και  χρήστη, δασκάλου  ή  μαθητή.

Υποχρέωση  των  σχολικών  βιβλίων  είναι  η  παρουσίαση  και  σε  βάθος  ανάλυση  των  παραγόντων  και  καταστάσεων  που  αποτελούν  σημεία  έντασης  και  προστριβής  ανάμεσα  στις  χώρες. Έτσι, αποκαλύπτονται  τα  πραγματικά  συμφέροντα  των  λαών  και  «εκείνα  των  ομάδων  που  μονοπωλούν  την  οικονομική  και  πολιτική  εξουσία, ασκούν  την  εκμετάλλευση  και  υποθάλπουν  τον  πόλεμο». Απορρίπτεται  λοιπόν, η  απόκρυψη  ή  σκόπιμη  παραποίηση  φλεγόντων  θεμάτων  και  η  λογοκρισία  στα  κρίσιμα  σημεία  της  εξιστόρησης  των  γεγονότων. Μόνο  έτσι, τονίζεται  στη  Σύσταση, θα  μελετηθούν  οι  μέθοδοι  για  το  ξεπέρασμα  αυτών  των  αντιθέσεων  που  αποτελούν  εμπόδια  για  την  «ουσιαστική  διεθνή  συνεργασία».

Ένας  τρόπος  για  να  ξεκινήσει  μια  τέτοια  απόπειρα  στην  εκπαίδευση  είναι  η  στενή  συνεργασία  ανάμεσα  στην  Unesco  και  στα  κράτη-μέλη. Είναι  απαραίτητη  η  έρευνα  και  η  συνεργασία  των  εθνικών  εκπαιδευτικών  ιδρυμάτων  για  την  τροποποίηση  και  βελτίωση  των  σχολικών  εγχειριδίων, ώστε, σύμφωνα με το κείμενο της Ουνέσκο,  να  «ξεπεραστούν  οι  παρεξηγήσεις  των  λαών  και  να  αντικατασταθούν  για  την  καλύτερη  γνώση  του  καθενός  και  για  μια  καλύτερη  αλληλοκατανόηση  και  αλληλοεκτίμηση».

(Δακτυλογράφηση: Βάσω  Κ.  Ηλιάδη).